Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Το Βυζάντιο και η σχέση του με τη Ρώμη

Βυζάντιο είναι, και ονομάζεται έτσι και σήμερα, η πολιτεία, η αυτοκρατορία που κληρονόμησε και συνέχισε το πολίτευμα, το κράτος της αρχαίας αυτοκρατορικής Ρώμης, κυρίως στο ανατολικό τμήμα της παλιάς ρωμαϊκής επικράτειας, με αναφορά την πρωτεύουσα πόλη Κωνσταντινούπολη, που γρήγορα ονομάστηκε Νέα Ρώμη και κάποτε Δευτέρα ή Ετέρα. Ωστόσο, η αδιαφιλονίκητη αυτή σχέση του Βυζαντίου με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν είναι μόνο το ειδοποιό χαρακτηριστικό της νέας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η πρεσβυτέρα Ρώμη παρέδωσε τα σκήπτρα στη νεωτέρα, για λόγους που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία της εποχής, μιας εποχής κατά την οποία η Μεσόγειος διεκδικούσε το μονοπώλιο, θα λέγαμε της ιστορίας.
Η μετάλλαξη της Ρώμης σε Βυζάντιο γίνεται υπό την πίεση τριών παραγόντων: 1) των βαρβαρικών εισβολών του 3ου και 4ου αιώνα, 2) της απειλής της τότε Περσικής Αυτοκρατορίας, που διεκδικεί από τη Ρώμη την παγκόσμια αυτοκρατορία (το Dominium mundi) και 3) της διάδοσης του χριστιανισμού, της νέας θρησκείας, της οποίας οι οπαδοί όλο και περισσότερο διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στα τεκταινόμενα της εποχής. Η συμβολή του ανατολικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Pars Orientis) γίνεται όλο και πιο αναγκαία και βαρύνουσα για την επίλυση των προβλημάτων αυτών. Γιατί : 1) η Ανατολή αντιμετωπίζει πρώτη τα κύματα των βαρβαρικών επιδρομών, 2) ανατολικά βρίσκεται βέβαια και η περσική απειλή και 3) στην Ανατολή ακμάζει ο Χριστιανισμός.

Επομένως, Βυζάντιο είναι η εκχριστιανισμένη και εξελληνισμένη Ρωμαϊκή ανατολική αυτοκρατορία με την Κωνσταντινούπολη για πρωτεύουσα.
Πηγή:
Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Γιατί το Βυζάντιο, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2009, σσ.17-19

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΟ ΤΥΠΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΤΕΩΣ


            

Ο Ναός της Αναστάσεως κατασκευάστηκε ως περίκεντρο κτήριο (ροτόντα) με διάμετρο περίπου 34μ. και περιέβαλε, σχεδόν στο μέσο του, τον Πανάγιο Τάφο με το κιβώριο που τον κάλυπτε. Οι τεχνικοί του 4ου αιώνα, προκειμένου να εξασφαλίσουν τον απαιτούμενο χώρο για τον μεγάλο αυτό ναό, αφαίρεσαν το γύρω από τον τάφο πέτρωμα και άφησαν μόνο ένα έξαρμα του βράχου στο οποίο έδωσαν κωνοειδή μορφή. Το τμήμα αυτό του βράχου που είχε κάτω τον Πανάγιο Τάφο το περιέβαλαν με ένα κιονοστήρικτο κιβώριο. [1]
     Το κιβώριο αυτό είχε τη μορφή κύκλου με κίονες συμμετρικά τοποθετημένους και έφερε θόλο ως κάλυψη, λεγόμενο «ουρανό». Γίνεται λόγος για δώδεκα κίονες σε κύκλο και με αυτή τη διάταξη τους συναντούμε στις κατά καιρούς κατόψεις ή αναπαραστάσεις. [2]
  Ο Ναός, αν και προγραμματίστηκε «τῇ φιλοχρίστῳ προαιρέσει» του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο αυτοκράτορας δεν επέζησε να τον δει οικοδομημένο. [3] Υλοποιήθηκε όμως το έργο από τους διαδόχους του και μάλιστα από τον Κωνστάντιο. Για αυτό αγνοεί το ναό ο ανώνυμος περιηγητής από το Bordeaux που επισκέφτηκε τα Ιεροσόλυμα γύρω στα 333, ενώ γνωρίζει τον άγιο Τάφο και τη Βασιλική του Μ. Κωνσταντίνου.[4]
      Από τα κείμενα των εκκλησιαστικών ιστορικών και των προσκυνητών φαίνεται ότι ο Ναός θα τελείωσε γύρω στο 350. Κέντρο λατρείας ήταν φυσικά ο Τάφος που περιέκλειε ο Ναός. Λόγω του κυκλικού σχήματος ο Ναός ονομάζεται Ροτόντα. Πρόκειται για ένα δίκλιτο κτήριο, διαμορφωμένο εσωτερικά από είκοσι κίονες και πεσσούς. Το δεύτερο κλίτος σημειώνεται και περιμετρικός διάδρομος, ο οποίος συγκρατεί το υπερώο. Συγκεκριμένα τρία ζεύγη πεσσών υπάρχουν στους κύριους άξονες του κτηρίου, δηλαδή τον δυτικό, τον βόρειο και το νότιο. [5]
         Δύο είσοδοι οδηγούσαν στον κυκλικό Ναό της Αναστάσεως και ήταν προς την δυτική πλευρά του αιθρίου. Στο κτήριο ψηλά υπήρχε ο δακτύλιος του φωταγωγού με τα, κατά σειρά, παράθυρα, ενώ ο ναός στεγαζόταν με ημισφαιρικό θόλο. Πολλοί αρχαιολόγοι δέχονται ότι ο ναός ακολουθεί τη μορφή που είχαν τα ταφικά πρότυπα, τα ηρώα της ρωμαϊκής εποχής, δηλαδή τα περίκεντρα μνημεία, ενώ η στέγη της θεωρείται κωνικού σχήματος.[6]
        Ο κυκλικός ναός είχε τρεις, σχετικά μικρές, κόγχες, μία στο μέσον (δυτικά) και από μια στα πλάγια. Μπροστά όμως στην πλευρά της εισόδου είχε ένα μικρό πρόπυλο από κίονες. Οι τρεις αυτές κόγχες δεν αποτελούσαν βέβαια πρωτοτυπία των αρχιτεκτόνων του ναού της Αναστάσεως. Και καθώς όλο το κτήριο αντιγράφει τα ηρώα της έσχατης αρχαιότητας, έτσι ακολουθεί και τις κόγχες που, συνήθως, είχαν στο εσωτερικό τους.[7]
    Το κυκλικό σχήμα του ναού δείχνει ότι αποτελεί ταφικός Ναός του Παμβασιλέως Χριστού.   
             



[1] Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός, 56.
[2] Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός, 56.
[3] Κύριλλος Ιεροσολύμων, ΒΕΠΕΣ 39, 14.
[4] Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός, 65.
[5] Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός, 66.
[6] Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός, 68.
[7] Κ. Καλοκύρης, Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός, 71-2.

H E. Γλύκατζη Αρβελέρ "Έχει Γούστο¨ (Ιαν. 2013)

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Εφυαλωμένη Κεραμική από τη Θέση «Άγιοι Θεόδωροι» στην Ακροναυπλία (11ος-17ος αι.)

Είναι γεγονός ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες η έρευνα της κεραμικής των βυζαντινών χρόνων αλλά και της μεταβυζαντινής περιόδου γνωρίζει αλματώδη πρόοδο. Τα κεραμικά, κατά κύριο λόγο ταπεινά αντικείμενα καθημερινής χρήσης, από τις παρυφές του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος έχουν αναχθεί σε αντικείμενο έρευνας όχι μόνο της αρχαιολογίας αλλά και της ιστορίας.Ασφαλώς τα ευτελή αυτά υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος δεν εκπροσωπούν τη μεγάλη τέχνη, η οποία ως ιστορική πραγματικότητα συμβάλλει στο να δημιουργηθούν μείζονες αναγωγές για την ιστορία του πολιτισμού της Ελληνικής Ανατολής. Ωστόσο περιέχουν πλήθος από πληροφορίες για την εξέλιξη της τέχνης και της τεχνολογίας, και ακόμη περισσότερο πολύτιμα στοιχεία για την ανασύνθεση της λεγόμενης “μικρής ιστορίας“· μιας ιστορίας που ερευνά τον καθημερινό βίο των επώνυμων αλλά ακόμη και των ανώνυμων και άσημων ανθρώπων.
Έτσι, τα κεραμικά από αρχαιολογικά αντικείμενα ανάγονται σε ιστορική πηγή για τομείς όπου οι αρχειακές και φιλολογικές πηγές καθώς και η μεγάλη τέχνη σιωπούν ή παρέχουν ελλιπείς ή αποσπασματικές πληροφορίες. Εν άλλοις λόγοις τεκμηριώνουν με απτό τρόπο ασυνήθη ιστορικά αιτούμενα που εξικνούνται π.χ. ως τις διατροφικές συνήθειες ή τις αισθητικές αντιλήψεις στην έκφραση της καθημερινότητας που επικράτησαν κατά καιρούς στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή κοινωνία, καθώς και τις αλλαγές τους στη διαχρονία.
Μια ομάδα εφυαλωμένων κεραμικών, προϊόν σωστικής ανασκαφής που διενεργήθηκε στην Ακροναυπλία από την τότε 1η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων το 1972 και τον έφορο Βυζαντινών Αρχαιοτήτων αείμνηστο Παύλο Λαζαρίδη, ανέλαβε να μελετήσει και δημοσιεύει στον παρόντα τόμο η ερευνήτρια του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών κυρία Αναστασία Γιαγκάκη, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ως τώρα δεδομένα της έρευνας για την εφυαλωμένη κεραμική.
Η κεραμική της Ακροναυπλίας συγκροτεί ένα ποικίλο και σύνθετο σύνολο εφυαλωμένων σπαραγμάτων προερχόμενο από διάφορα κέντρα παραγωγής της βυζαντινής επικράτειας αλλά και από πολυάριθμα κέντρα της Μεσογείου, από την Ιταλία και την Κύπρο ως τη Συρία και τη Μικρά Ασία. Χρονολογικά καλύπτει έξι αιώνες, από τον 11ο ως τον 17ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία η περιοχή του Ναυπλίου υπήχθη διαδοχικά στη βυζαντινή, τη βενετική και την οθωμανική επικράτεια. Η υπαγωγή σε κάθε ένα από αυτά τα κράτη δεν υποδηλώνει και την αποκλειστική παρουσία αντίστοιχης κεραμικής· αντίθετα καταδεικνύει τη λειτουργία δικτύων ανταλλαγών και εμπορίας ανάμεσα σε αυτά σε βάθος χρόνου.
Στην εκδιδόμενη μονογραφία η αρχαιολόγος συγγραφέας ταξινομεί τα εφυαλωμένα σπαράγματα εντάσσοντάς τα στις αντίστοιχες τυπολογίες, αναλύει τα επιμέρους χαρακτηριστικά κάθε κατηγορίας, σχολιάζει τα ανευρεθέντα θραύσματα και παραθέτει αναλυτικό και συστηματικό κατάλογο των αντικειμένων. Έτσι η αρχαιολογική περιγραφή μετατρέπεται σε μεθοδολογικό εργαλείο, χρήσιμο για συγκρίσεις παρόμοιου υλικού ευρύτερα. Στη συνέχεια, η ίδια συγγραφέας, ως ιστορικός, προβαίνει σε έναν πολυεπίπεδο ιστορικό υπομνηματισμό του υλικού, εφόσον αυτό προέρχεται από διάφορες γεωγραφικές περιοχές και βρέθηκε και λειτούργησε στο συγκεκριμένο χώρο σε διαφορετικές φάσεις της ιστορίας του και σε σαφώς διαφορετικά ιστορικά συμφραζόμενα.
Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι μία συνολική αρχαιολογική και ιστορική αποτίμηση της ως τώρα γνωστής στην έρευνα κεραμικής της Ακροναυπλίας· μία ανασύνθεση διάσπαρτων ψηφίδων που συμβάλλουν στην αποκατάσταση του ψηφιδωτού της ιστορίας του Ναυπλίου και ειδικότερα της Ακροναυπλίας για έξι αιώνες (11ος-17ος αι.)· μίας τοποθεσίας με συνεχή οικιστική συνέχεια και μίας πόλης με πυκνές εμπορικές ανταλλαγές και με σημαντικό ρόλο στο διαμετακομιστικό εμπόριο τόσο της Πελοποννήσου όσο και της Μεσογείου [...]
Κρίτων Χρυσοχοΐδης 
Διευθυντής Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών
Πηγή: http://argolikivivliothiki.gr



Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Στο εργαστήρι του βυζαντινού αγιογράφου. Γνωρίστε χρώματα.

Διεθνής Ημέρα Μουσείων 2014
10 Μαΐου 2014

Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο συμμετέχει και φέτος στον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων, που γιορτάζεται σε όλο τον κόσμο με το συντονισμό του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM). Στο πλαίσιο του εορτασμού το ΒΧΜ οργανώνει εκπαιδευτικό πρόγραμμα που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 10 Μαΐου 2014.

Στο εργαστήρι του βυζαντινού αγιογράφου. Γνωρίστε χρώματα.
Γονείς και παιδιά έχουν την ευκαιρία να ανακαλύψουν μέσα από τις εικόνες του Βυζαντινού Μουσείου, χρωστικές και υλικά, τις φάσεις κατασκευής των εικόνων και να φτιάξουν τις δικές τους δημιουργίες.
Για παιδιά από 11 έως 13 ετών
Σάββατο 10 Μαΐου 2014
Ώρες: 10:00 και 12:00

Η συμμετοχή στο πρόγραμμα είναι δωρεάν.
Για δηλώσεις συμμετοχής στο τηλέφωνο 213 213 9507.
Σχετικά αρχεία

Πηγή: http://www.byzantinemuseum.gr/?nid=1813

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Πασχαλινά Βυζαντινά Έθιμα

Η περίοδος του Πάσχα, αν και βρίθει από παραδόσεις και έθιμα, δυο είναι τα γνωστότερα. Το κόκκινο χρώμα με το οποίο βάφονται τα αβγά αλλά και η κατανάλωση αρνιού την ημέρα του Πάσχα. Ο Φαίδων Κουκουλές ερμηνεύει τα Πασχαλινά Βυζαντινά Έθιμα γράφοντας:

"Τα αβγά του Πάσχα, όπως είναι γνωστό, βάφονται κόκκινα. Για να ερμηνευτεί όμως το έθιμο αυτό διατυπώθηκαν διάφορες, ανέκδοτες οι περισσότερες, γνώμες.Τη σωστότερη διατύπωσε ο Κοραής λέγοντας ότι το κόκκινο χρώμα συμβολίζει το αίμα των προβάτων με το οποίο οι Ιουδαίοι έβαψαν στην Αίγυπτο τις πόρτες των σπιτιών τους, για να αποφύγουν έτσι την τιμωρία που έφερνε ο άγγελος. Αυτό το έθιμο κατά τα παλιότερα χρόνια διατηρούνταν από τους Κερκυραίους, οι οποίοι με το αίμα των αρνιών που σφάζονταν το Μεγάλο Σάββατο σχημάτιζαν σταυρούς στις παραστάδες των σπιτιών τους ακολουθώντας τα λόγια της Γραφής". 

"Στην Έξοδο (ΙΒ΄8) μετά την αναφορά της επάλειψης των παραστάδων και του ξύλου της πόρτας με το αίμα του σφαγμένου αρνιού, προστίθεται : «και τρώγονται τα κρέατα τη νύχτα αυτή…». Αυτό θεωρώ ότι εξηγεί την κατανάλωση του αρνιού το Πάσχα, έθιμο που είναι κοινό σε όλους, το οποίο βέβαια θα ήταν και στον Μεσαίωνα".
Καλή Ανάσταση!!

Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/Koukoules.html

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2014

Ο θρύλος των καλλιστείων της Κασσιανής

Ο θρύλος-μύθος της δήθεν υποψηφιότητας της Κασσιανής στη διαδικασία εκλογής συζύγου του αυτοκράτορα Θεοφίλου (829-842) μαρτυρείται από τους χρονογράφους Γεώργιο Αμαρτωλό, αρχές του 10ου αιώνα, και από τον Συμεών Μάγιστρο, περί τα τέλη του 10ου αιώνα και αργότερα τον 11ο αιώνα από τον χρονογράφο Γεώργιο Κεδρηνό. Κατά τους χρονογράφους, η μητέρα του Θεόφιλου (κατά τον Κεδρηνό μητρυιά) Ευφροσύνη, θέλησε να δώσει σύζυγο στον Θεόφιλο, για αυτό και οδήγησε στα ανάκτορα εκλεκτές παρθένους, από μεγάλους οίκους της Αυτοκρατορίας ορισμένη ημέρα για να εκλέξει ο γιος της την ωραιότερη από αυτές μεταξύ των οποίων ήταν η Κασσιανή και η Θεοδώρα από την Παφλαγονία. Κατά τη συνήθεια, η Ευφροσύνη έδωσε στο Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο, για να το επιδώσει εκείνος στην εκλεκτή της καρδιάς του. Ο Θεόφιλος βαστάζων στα χέρια του το χρυσό μήλο και « τῷ κάλλει τῆς Εἰκασίας ἐκπλαγείς» και πριν της χαρίσει το μήλο της είπε : «ὡς ἄρα ἐκ γυναικός ἐρρύη τὰ φαύλα» εννοώντας την Εύα και η Κασσιανή πολύ εύστοχα απάντησε: «ἀλλά καί διά τῆς γυναικός πηγάζει τά κρείττονα» εννοούσα τη Θεοτόκο. Η απάντηση αυτή πλήγωσε το γόητρο του Αυτοκράτορα και έδωσε το μήλο στη Θεοδώρα από την Παφλαγονία. ( « Θεοδώρᾳ δὲ τό μῆλον ἐπέδωκεν ἐκ τῆς Παφλαγονίας» ). [1] Στη συνέχεια παρατίθεται το απόσπασμα από το έργο του Γεωργίου Μοναχού που αφορά την Κασσιανή.[2]
Το συγκεκριμένο όμως επεισόδιο μεταξύ Θεοφίλου και Κασσιανής αμφισβητείται έντονα. Αρχικά, το επεισόδιο αυτό, το οποίο μαρτυρείται τον δέκατο αιώνα έλαβε χώρα το 829-30 και όχι το 822-3, όπως πολλοί ισχυρίζονται. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο γάμος του Θεόφιλου με τη Θεοδώρα έγινε στις 5 Ιουνίου του 830, Κυριακή της Πεντηκοστής, ενώ η Κασσιανή, όπως προέκυψε από την επιστολογραφία της με τον Θεόδωρο Στουδίτη, είναι μοναχή πριν από το 826. Άλλωστε, εάν το επεισόδιο αυτό είχε ιστορική βάση, θα έπρεπε βέβαια να περιλαμβάνεται στο βίο της αγίας Θεοδώρας. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει και άρα τα δήθεν «καλλιστεία» υποψηφίων συζύγων του Θεοφίλου δεν έγιναν ποτέ.[3]
Πάντως, η στιχομυθία που αποδίδεται στην Κασσιανή δείχνει πως οι Βυζαντινοί χρονογράφοι συνόψιζαν στο πρόσωπό της τη Βυζαντινή εύστροφη και μορφωμένη γυναίκα, που γνώριζε να επιχειρηματολογεί σε θεολογική βάση και να προασπίζει έτσι την θέση της. [4]



[1] Μπάκος, Κασσιανή, η οσία και υμνωδός, 295.
[2] Γεώργιος Μοναχός ή Αμαρτωλός, Χρονικόν Σύντομον, PG 110, 1008. «Θεόφιλος ἐβασίλευσεν ἔτη ιβ΄, ἡ δὲ μήτηρ αὐτοῦ Εὐφροσύνη ἀποστείλασα ἐν πᾶσι τοῖς θέμασιν ἤγαγεν κόρας εὐπρεπεῖς πρὸς τό νυμφοστολῆσαι Θεόφιλον τόν υἱόν αὐτῆς, ἀγαγοῦσα αὐτὰς ἐν τῷ παλατίῳ εἰς τὸν λεγόμενον Μαργαρίτην τρίκλινον, δέδωκε Θεοφίλῳ χρυσοῦν μῆλον, εἰποῦσα ὅτι εἰς ἥν ἀρεσθῆς ἐπίδος τοῦτο αὐτῇ. ἦν δέ τις ἐξ εὐγενῶν ἐν αὐταῖς κόρη ὀνόματι Ἰκασία, ὡραιοτάτη πάνυ, ἥν ἰδών Θεόφιλος, ὑπεραγασθείς αὐτήν τοῦ κάλλους, ἔφη «ὡς ἄρα διά γυναικός ἐρρύη τά φαύλα». ἡ δέ μετ’ αἰδοῦς πως ἀντέφη «ἀλλά διά γυναικός πηγάζει τά κρείττονα», ὁ δέ τῷ λόγῳ τήν καρδίαν πληγείς ταύτην μέν εἴασεν, Θεοδώραν δέ τό μῆλον ἐπέδωκεν, οὔσῃ ἐκ Παφλαγόνων… Καί ἡ μέν εἰρημένη Ἰκασία τῆς βασιλείας ἀποτυχοῦσα μόνην κατασκεύασεν εἰς ἥν ἀποκειραμένη ἀσκοῦσα καὶ φιλοσοφοῦσα καὶ Θεῷ μόνῳ ζῶσα διετέλεσεν μέχρι τέλους ζωῆς αὐτῆς. ἥ καί συγγράμματα αὐτῆς πλεῖστα καταλέλοιπεν».
[3] Μπάκος, Κασσιανή, η οσία και υμνωδός, 296-297.
[4] Τσιρώνη, Κασσιανή, η υμνωδός, 14.